Πλατανος
«Μέσω της ελευθερίας και μόνο μπορεί να υπάρξει επαρκής προετοιμασία για μια πιο πλήρη ελευθερία» – William Gladstone, λόγος για την Ελλάδα, 1850

Δε ρουφ ιζ ον φάιαρ

Case Study #1: Ο συμπολίτης μας κύριος Χ – υπαρκτό πρόσωπο – είναι κάτοικος Αμπελοκήπων, όπου και το πατρικό του, πάνω από το παλιό μαγαζί του πατέρα του, καλού νοικοκύρη, ήσυχου και καλοσυνάτου ανθρώπου, και παράλληλα τυπικό δείγμα μικροαστού της εποχής. Ο κύριος Χ είναι πολύ ευχαριστημένος με την ζωή του, και με την υποδειγματική τάξη που επικρατεί στην γειτονιά του. Ο,τιδήποτε κι αν γίνεται στην γειτονιά, δεν περνά απαρατήρητο. Έτσι, όταν ο γείτονας κύριος Y, ξέχασε να πάει το αμάξι του στο ΚΤΕΟ, ο κύριος Χ είχε ήδη φροντίσει γι’αυτόν. Πήρε την πινακίδα του αμαξιού, διαπίστωσε ότι δεν είχε περάσει ΚΤΕΟ, και φρόντισε να ενημερώσεις εγκαίρως τις αρχές ώστε να πέσει και το σχετικό πρόστιμο. Ένα σύννεφο μόνο σκιάζει την ζωή του κυρίου Χ, η κόρη του είναι λεσβία, αλλά αυτός δεν το γνωρίζει ακόμα, κι ας βουίζει η γειτονιά. Θα έχει πολύ ενδιαφέρον να μάθουμε ποια θα είναι η αντίδρασή του όταν το μάθει τελικά.

Case Study #2: Αμπελόκηποι πάλι, μπαίνει στα εξωτερικά ιατρεία μεγάλου νοσοκομείου της περιοχής ένα λεβέντικο γεροντάκι, κι ο συνήθως βαριεστημένος παλαιός ΚΚΕ-εξ, και μετά παλαιός ΠΑΣΟΚος τραυματιοφορεάς σκίζεται να τον εξυπηρετήσει. Σε αυτούς που τον κοιτάνε με περιέργεια, σπεύδει να εξηγήσει:

-Τον βλέπεις αυτόν εκεί; Οι Αμπελόκηποι είχαν ένα αστυνομικό τμήμα που ήταν η χειρότερη φωλιά ρουφιάνων στην Αττική. Αλλά αυτός εκεί, αν και ήταν χωροφύλακας, δεν έδινε κανέναν, παρά μόνο εάν τον γνώριζαν ήδη οι αρχές.

Με τα παραπάνω παραδείγματα, βλέπουμε στο σήμερα ένα φαινόμενο αρκετά διαδεδομένο στο παρελθόν: την ρουφιανιά. Στο μετεμφυλιοπολεμικό ελληνικό κράτος η ρουφιανιά ήταν κάτι αρκετά διαδεδομένο. Ταξιτζήδες, περιπτεράδες, μαγαζάτορες, και άλλες κατηγορίες ανθρώπων, κατέδιδαν μαζικά τους γείτονές τους. Ο Alivizatos αναφέρει στο Les Institutions politiques de la Grèce à travers les crises ότι ο αριθμός των έμμισθων συνεργατών της αστυνομίας, έφτανε το 1962 τους 60,000.  Και προσέξτε, των εμμίσθων, χωρίς να περιλαμβάνεται στον αριθμό αυτό οι περιστασιακοί ρουφιάνοι που δεν είχαν σχέση εξαρτημένη εργασίας. Και για όλους όσοι τους φαίνεται ο αριθμός μικρός – όσο λίγο μπορεί να είναι να είναι πληρωμένοι ρουφιάνοι το 1% του πληθυσμού, δλδ κοντά το 2-3% του ενεργού πληθυσμού ή σχεδόν ο 1 στους 20 ψηφοφόρους της ΕΡΕ – ένα μέτρο σύγκρισης έχουμε από τον πρώην διευθυντή των Τσεχοσλοβάκικων μυστικών υπηρεσιών Αλόις Λόρεντς, ο οποίος λέει ότι είχε συνολικά 100,000 πληροφοριοδότες σε έναν πληθυσμό διπλάσιο από της Ελλάδας, της Τσεχοσλοβακίας που ήταν γύρω στα 15 εκατομμύρια, τότε.

Φυσικά, δεν θα δούμε ποτέ ταινίες όπως οι Ζωές των Άλλων, που να ασχολούνται με την ρουφιανιά στο Βασίλειο της Ελλάδας, ή να δούμε καταδίκες όπως αυτές που αφορούν στα εγκλήματα του σταλινισμού από το Ευρωκοινοβούλιο, αντίστοιχες για τα εγκλήματα του βασιλοχουντισμού στην Ελλάδα – μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα οι εξόριστοι σε Μακρονήσια, Γυάρους, Αη Στρατήδες, Τρίκερι και τα ρέστα, μπορεί, μέσα σε διάστημα 25 χρόνων, να ξεπέρασαν συνολικά κατά πολύ τους 100,000 ανθρώπους, νούμερο που είναι τουλάχιστον συγκρίσιμο με τα γκουλάγκ του Στάλιν, σαν ποσοστό του πληθυσμού φυλακισμένο για πολιτικούς λόγους. Εννοείται ότι οι περισσότερες εξορίες ξεκίνησαν, και αυτές, από μια κατάδοση στις αρχές.

Δεν ξέρω αν η παρουσία 33,000,000 φακέλων ατομικών φρονημάτων σε μια χώρα 10,000,000 κατοίκων μέχρι το 1989 δεν κάνει καλό σενάριο για ταινία ή έστω για καλή τηλεόραση, σίγουρα όμως έχει μια αιτία: ότι η συκοφαντία είναι από τους καλύτερους τρόπους ελέγχου ενός πληθυσμού. Διαβρώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτών, κάνει ανασφαλή όποια αντιπολιτευτική δράση, εμπεδώνει ένα αίσθημα μακριού χεριού που ελλοχεύει πίσω από την πλάτη κάθε πολίτη που είναι αντίθετος στο καθεστώς, και χωρίζει τους πολίτες στα δικά μας παιδιά και στους άλλους, με έναν ημιεκβιαστικό τρόπο – το κράτος πάντα έχει στην διάθεσή του για τον ρουφιάνο τόσα όσα έχει ο ρουφιάνος για τον γείτονά του, κι ακόμα περισσότερα.

Αυτό γνωρίζοντας οι Οθωμανοί, χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα την συκοφαντία, την οποία ονόμαζαν από τα αραβικά αβανιά, σαν μέσο ελέγχου του πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πολλοί συγγραφείς δε της εποχής το παρουσιάζουν σαν το κερασάκι στην τούρτα της σκληρότητας των Οθωμανών, τις συνεχείς καταδόσεις. Φυσικά, όπως η κάστα των Οθωμανών χρησιμοποιούσε συχνά πυκνά την συκοφαντία σαν μέσο για να κλέψουν τις περιουσίες των χριστιανών γειτόνων τους, έτσι και στην Ελλάδα του 1960 τα κίνητρα της συκοφαντίας ήταν πιο συχνά ταπεινά.

Γιατί, αλήθεια, εκτός από την άμεση αμοιβή της ίδιας της προδοσίας, μην ξεχνάμε ότι στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα, το κράτος έπαιζε το παιχνίδι με τις άδειες, το οποίο είχε άμεση επίπτωση στην ζωή του ατόμου. Γιατί, πώς αλλιώς θα έπαιρνε κάποιος άδεια ταξί, άδεια περιπτέρου, άδεια να λειτουργήσει κατάστημα, να προσληφθεί στο δημόσιο, να μπει στο πανεπιστήμιο, εάν είχε συγγενή(!) κομμουνιστή; Και ποιος ήταν ο πιο εύκολος τρόπος να εκδικηθείς/εξαφανίσεις τον ανταγωνιστή σου στην δουλειά, στο εμπόριο, στην καθημερινότητα, παρά να τον καταγγείλεις στις αρχές; Ο,τιδήποτε έκανε το άτομο συνεπαγόταν την απόκτηση σχετικής άδειας, και εάν μεν ήσουν στιγματισμένος ως αδίορθωτος κομμουνιστής, δεν υπήρχε περίπτωση να πάρεις τέτοια άδεια στον αιώνα τον άπαντα, ενώ εάν απλά ήσουν συγγενής αριστερού έπρεπε να παρακαλέσεις, να γίνεις εξαρτημένος από τον πολιτευτή της ΕΡΕ, ή όποιου άλλου κυβερνητικού κόμματος, ήταν διατεθειμένος να σου κάνει μια μικρή «εξυπηρέτηση», η οποία είχε το καλό, για τον πολιτευτή, ότι εφόσον ο φάκελος δεν καταστρεφόταν, παρέμενες ες αεί εξαρτημένος από αυτόν.

Γιατί όμως τα λέμε ολαυτά; Η αλήθεια είναι ότι σε μια Ελλάδα που ο πληθυσμός σήμερα είναι ιδιαίτερα εχθρικός απέναντι στην τυραννική πολιτική εξουσία, η σχεδόν καθολική μη συνεργασία του πληθυσμού με τις αρχές είναι δεδομένη, και κάθε προσπάθεια για να διαδοθεί ομαδικά η ρουφιανιά, χωρίς απτά ανταλλάγματα, όπως κάποτε, είναι καταδικασμένη από τα αποδυτήρια. Από την άλλη, υπήρξε καιρός που το κράτος ήλπισε ότι θα περάσει την κατάδοση ως πρακτική. Από τις γραμμές που έπαιρνες τηλέφωνο για να καταδόσεις τρομοκράτες – τρομερό φιάσκο για πρακτικούς πρώτα και κύρια λόγους – μέχρι τις γραμμές που έπαιρνες για να καταδόσεις φοροφυγάδες και μαγαζιά που καπνίζουν οι πελάτες τους.

Έγινε ακόμα και προσπάθεια να περάσει ως ιδεολογική γραμμή αυτό. Ότι δλδ φταίει η κουλτούρα της ατιμωρησίας, κι ότι άμα ο μέσος Έλληνας έβλεπε κάποιον να παρανομεί, δεν θα τον κατήγγειλε στις αρχές. Βέβαια, ο μέσος Ευρωπαίος, ακόμα και ο πλέον νομιμόφρονας, θα ανέφερε στις αρχές ένα έγκλημα που αφορά στον ίδιο προσωπικά, λιγότερες από τις μισές φορές, κι αυτό επειδή δεν εμπιστεύεται το κράτος. Πολύ περισσότερο μάλλον δεν θα κατήγγειλε εγκλήματα που αφορούν σε άλλους. Καμπάνιες δε, κατα καιρούς όπως λ.χ. αυτή της Μ Βρετανίας με την ανώνυμη καταγγελία φοροφυγάδων έπεσαν στον βρόντο.*

Αν τελικά, πρέπει να συμπεράνουμε κάτι απόλα αυτά, είναι μάλλον δυο πράγματα:

  1. Την επόμενη φορά που κάποιος από αυτούς συνηθίζουν να λένε κουβέντες καφενείου, με ανόητους χαρακτηρισμούς για τον ελληνικό πληθυσμό στο σύνολό του, αναγνώστη μου, τώρα ξέρεις: είναι η παιδί ρουφιάνου, ή εγγόνι ρουφιάνου. Κι αν, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι, όποιος έχει καλές αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία είναι σωσμένος, τον τέτοιον πρέπει μόνο να τον λυπόμαστε. Δεν χρειάζεται να μας τραβήξει στην προσωπική του κόλαση μαζί του.
  2. Το δημοκρατικό κεκτημένο έχει εμπεδωθεί αρκετά στις δυτικές κοινωνίες, τόσο ώστε το κράτος μπροστά στην αδυναμία να αποκτήσει μαζικά καταδότες, αποφάσισε την καθολική παρακολούθηση των επικοινωνικών των πολιτών με άλλα μέσα, τι γράφουν στα social media, στα e-mail τους, τι λένε στις τηλεφωνικές κλήσεις τους κ.ο.κ. Φυσικά, η τεχνολογία είναι πάντα ένα βήμα πίσω από τις δυνατότητες κοινωνικού ελέγχου που επιτρέπει ο άνθρωπος ως εργαλείο, και γι’αυτό μπορεί και να αισθανόμαστε τυχεροί, κατά ένα τρόπο, ότι τα ολοκληρωτικά σχέδια των κυβερνήσεων δεν έχουν περάσει όπως θα τα ήθελαν. Αναγκάζονται να ξοδεύουν λεφτά, χρόνο και πόρους, με μηδαμινά αποτελέσματα, σε σχέση με τις δυνατότητες ελέγχου που είχαν μόλις πριν 50 χρόνια.

*Υπάρχει, βέβαια, μια ευρωπαϊκή χώρα που οι στριμμένοι κάτοικοί της έχουν διαχρονικά την τάση να ρουφιανεύουν/κάνουν παρατηρήσεις σε όποιον κάνει δημόσια μικροπαραβάσεις, σε ποσοστό τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά και πάλι σε ποσοστό λιγότερο από το μισό του πληθυσμού, αλλά όλοι γνωρίζουμε ποια είναι αυτή η χώρα, είναι κατανοητό ότι μιλάμε για τον ευρωπαϊκό απόπατο, και δεν χρειάζεται να επαναλαμβανόμαστε.

2 Σχόλια to “Δε ρουφ ιζ ον φάιαρ”

  1. Σωστός και σωστός. Και σωστός.

    (Αν και το φινάλε ξενερώνει λίγο. Πού ακριβώς είναι το μεμπτό στις παρατηρήσεις σε όποιον «κάνει δημόσια μικροπαραβάσεις» και γιατί πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα υποσυνείδητης παρηγοριάς μέσω σύγκρισης με κουτόφραγκους; Λέω.»

    • Είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται το να θέλει κάποιος να κάνει παρατήρηση στον διπλανό του που φτύνει την τσίχλα στο πεζοδρόμιο ή αυτή η παρόρμηση είναι προϊόν κοινωνικού ελέγχου και εσωτερίκευση αυτού;

      Η σύγκριση με τις χώρες της Δ.Ευρώπης απλά θέλει να δείξει το case in point, ότι στην Ελλάδα επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί μια χώρα με 7,000,000 μπάτσους, αλλά αυτό απέτυχε, ενώ πέτυχε στην Δ.Ευρώπη ακριβώς επειδή ο πληθυσμός εσωτερίκευσε αυτή την προσπάθεια, σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου αυτό έγινε με τον χειρότερο και πλέον αναποτελεσματικό τρόπο, ώστε στο τέλος να το φτύσει η κοινωνία.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: